ΜΕΝΕΛΑΟΣ. Η ΤΥΦΛΗ ΑΛΚΥΟΝΗ

image

Με αφορμή τη γιορτή της μητέρας, δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από τα συγκινητικά παραμύθια της Γεωργίας Γκούσιου. Ένα παραμύθι που μιλά για τον Μενέλαο, ένα τυφλό πουλάκι που κανείς δε παίρνει στα σοβαρά. Κανείς εκτός από τη μάνα του που το αγαπά και το μεγαλώνει σαν το πιο δυνατό της παιδί. Σαν τον ήρωά της.

Μενέλαος. Η τυφλή Αλκυόνη.

Λυσσομάνα το κύμα στον βράχο!
Αυτόν, που βρίσκεται στην μέση, μιας απέραντης γαλάζιας θάλασσας.
Καταχείμωνο. Μέσιασε ο Γενάρης. Όμως οι ένοικοι της άγριας βραχονησίδας, απολαμβάνουν μέρες γλυκές, σαν άρωμα από άνοιξη. Ο ήλιος ζεστός και ευδιάθετος, χαϊδεύει τα πλουμιστά φτερά των πουλιών. Διανύουμε τις λεγόμενες «αλκυονίδες ημέρες». Οι αλκυόνες μας λοιπόν, εξού και το όνομα, γέννησαν τ’ αυγά τους, και περιμένουν με χαρά να σκάσουν τα πρώτα ράμφη..

Να με και εγώ, μάγκας και ωραίος. Πρώτος έσπασα αυτό που με κρατούσε φυλακισμένο καιρό τώρα. Φτερουγίσματα και παιχνίδια με το παγωμένο νερό. Τιτιβίσματα, κρωξίματα χαλάνε τον τόπο. Εκεί στην μεγάλη χαρά, πέφτει και καμιά κακιά τσιμπιά από τα δυνατά ράμφη. «Μαμά, μαμά δεν μπορώ να πετάξω, το νερό μου βρέχει τα πούπουλα, κρυώνω σου λέω», ακούω δίπλα μου φωνές. Τι λένε; Σε ποιον το λένε; Τι είναι η μαμά;

Ωχ! Κάτι με χτύπησε και μ έριξε κάτω!!! Πονάω!

«Καλέ πουπουλένια; Το παιδί σου δεν βλέπει; Είναι τυφλό; Κοίταξε το σκουντουφλά από δω κ από κει»

Για μένα μιλάνε; Δεν ξέρω τι λέτε εσείς, αλλά εγώ είμαι πολύ δυνατός, μην ξεχνάτε γεννήθηκα πρώτος απ όλους.

Τρομαγμένες φωνές γέμισε ξαφνικά η βραχονησίδα. Κάτι μ έσπρωξε δυνατά και μου ξερίζωσε λίγα φτερά.

«Άστο πουπουλένια μου» ακούω δίπλα μου να λέει κάποιος, που η φωνή του, ήταν σαν την δική μου. «Άστο δεν θα μπορέσει να ζήσει, στα σκοτάδια μεγαλώνεις; Εμπόδιο θα είναι»

«ΟΧΙ» ακούγεται μια άλλη φωνή, που η δύναμη της έκρυβε απελπισία. «Είναι το πιο δυνατό μου παιδί. Δεν θα το αφήσω αβοήθητο να γίνει βορά στα όρνια της θάλασσας»

«Για μένα μιλάνε»!!!!!!

«Θα τον μάθω να πέφτει χωρίς να χτυπά, να οσμίζεται τον γυρισμό όταν πετάει μακριά, να φυλάγεται από τις πρώτες ψιχάλες, πριν έρθει το κύμα, να ξεπλύνει τον βράχο μας. Στο υπόσχομαι αγαπημένε μου, θα του μάθω τα πλουμιστά χρώματα των φτερών μας και το βαθύ μπλέ του αλμυρού νερού. Εγώ θα τον διδάξω πως να βλέπει μέσα στο σκοτάδι του», είπε η πουπουλένια χωρίς να σηκώνει δεύτερη κουβέντα.

Ο γιος της μπορεί να είναι τυφλός, όμως, είναι ένα από τα παιδιά της και δεν θα τον εγκατέλειπε ποτέ.

«Μαμά. Θα κάνω ότι μου πεις. Περισσεύει η ματιά σου και για μένα, το ξέρω» της ειπα.

Γεννήθηκα στις 15 του Γενάρη μια ηλιόλουστη αλκυονίδα ημέρα. Είμαι μια τυφλή αρσενική αλκυόνη και το όνομά μου είναι Μενέλαος.

Περνούσε ο καιρός με την μαμά Αλκυόνη να εκπαιδεύει τα παιδιά της για να αντέξουν το πρώτο τους μακρύ και δύσκολο ταξίδι προς τις λίμνες του βορρά. Ο ήρωας μας πιστός στην υπόσχεση που έδωσε, ήταν ο καλύτερος μαθητής του νεαρού κοπαδιού. Πρώτος αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο που ερχόταν πότε από τον αέρα, και πότε από την θάλασσα. Ειδοποιούσε την οικογένεια να φυλαχτεί στις ρωγμές των βράχων. Δεν έβλεπε, αλλά άκουγε καλύτερα απ ‘όλους. Πόσο καμάρωνε η πουπουλένια για τον γιο της δεν λέγεται.

Τελείωσε επιτέλους ο βαρύς χειμώνας, και το κοπάδι ετοιμάζεται να αποδημήσει σε άλλους τόπους για να περάσει το καλοκαίρι. Δύσκολο και επικίνδυνο το ταξίδι. Ήθελε καλή οργάνωση.

Μαζευτήκαν λοιπόν οι μεγαλύτεροι για να αποφασίσουν τον εναέριο σχηματισμό του κοπαδιού. Ο Μενέλαος ντροπαλός και αμίλητος καθόταν στην άκρη περιμένοντας την απόφαση. Μέσα του ήλπιζε να του δώσουν θέση στην οπισθοφυλακή. Να φυλάει το κοπάδι στο τέλος του φτερωτού σχηματισμού.

Τελείωσε το συμβούλιο και, προς απογοήτευσή του, δεν είχε θέση περιμετρικά του σχήματος, παρά στην μέση, με τους γηραιότερους και τις θηλυκές.

Η Πουπουλένια, προσπάθησε να πείσει τους γέροντες πως το παιδί της μπορεί να είναι τυφλό, αλλά έχει ικανότητες που δεν έχουν οι υπόλοιποι. Μάταια όμως. Δεν την άκουγε κανείς.

Ένα κρύο πρωινό του Μάρτη, ξεκίνησαν λοιπόν.

Πετούσαν για πολλές μέρες πάνω από ποτάμια και βάλτους, μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Σταματούσαν μόνο για να ξεκουραστούν και να βρουν τροφή.
Δεν ήταν μακριά η λίμνη όπου ήταν θα ήταν και το τέλος του κουραστικού ταξιδιού, όταν ο Μενέλαος ακούει ένα περίεργο θόρυβο.
Απειλή τρομερή πλησιάζει το κοπάδι. Ο τυφλός μας ήρωάς ακούει μεγάλη καταιγίδα να έρχεται κατά πάνω τους. Μικρόσωμα τα θαλασσοπούλια δεν θα γλύτωνε κανένα αν δεν κατέβαιναν να φυλαχτούν στην χαμηλή, και πυκνή βλάστηση. Με δυνατά και γρήγορα χτυπήματα των φτερών του, τραβάει την προσοχή του μπροστάρη πατέρα για τον ειδοποιήσει πως πρέπει να φυλάξει τα πουλιά από τον κίνδυνό. Μα, το κοπάδι είναι κουρασμένο, απαντά εκείνος στα δυνατά φτερουγίσματά του τυφλού γιού του, κοντεύουμε να φτάσουμε στις όχθες της λίμνης μας. Αλώστε η καταιγίδα ακούγεται πολύ μακριά, θα προλάβουμε Μενέλαε…

Ένα βλέμμα της πουπουλένιας στον αγαπημένο της, δεν του άφησε περιθώρια να συνεχίσει την κουβέντα. Σαν βέλος βουτά στα πυκνά βάτα ο αρχηγός και κρύβεται. Πίσω του τον ακολούθησε όλο το κοπάδι.

Σε λίγα λεπτά χάλασε ο κόσμος, δυνατή καταιγίδα ξέσπασε ξαφνικά, και τον φωτεινό, ως εκείνη την στιγμή ουρανό, τον σκέπασαν βαριά σύννεφα. Η βροχή έπεφτε σαν τρελή χτυπώντας αλύπητα ότι έμπαινε εμπόδιο στον δρόμο της.

Προστατευμένες στους θάμνους οι αλκυόνες περίμεναν υπομονετικα να περάσει η θύελλά.
Πολύ ώρα κράτησε η νεροποντή, μέχρι ο φωτεινός ήλιος να καταφέρει να την διώξει μακριά τους.

Βγήκε η οικογένεια μας από το πρόχειρο καταφύγιο. Τίναξαν τα πλουμιστά φτερά, για να φύγουν οι σταγόνες που τρύπωσαν από το πυκνό φύλλωμα των θάμνων, και πήραν θέση για να συνεχίσουν το σύντομο πια ταξίδι.

Μουρμουρητό ευχαρίστησης προς την τυφλή μας Αλκυόνη, εξαπλώθηκε σ όλο το κοπάδι.
Το ζεστό βλέμμα αποδοχής του πατέρα του, πέρασε από το σκοτάδι των τυφλών ματιών του Μενέλαου, και του ζέστανε την καρδιά. Η Πουπουλένια, όλο περηφάνια, πέρασε το σκληρό της ράμφος, πάνω από το μικρό κεφάλι του γιου της.

Ξαφνικά, αντιλήφθηκε δίπλα του την Μεταξία. Την Αλκυόνη που όταν την άκουγε να τιτιβίζει στα παιχνίδια τους, νόμιζε πως η καρδιά του θα έσπαγε στα δυο.

Ένα άγγιγμα στην άκρη των φτερών του, κατάλαβέ πως στην επιστροφή θα είχε την πιο όμορφη Αλκυόνη για ταίρι.

Ήξερε πως τον επόμενο Μάρτη, θα βρισκόταν στην οπισθοφυλακή για προσέχει τα παιδιά του, και τα παιδιά όλης της οικογένειας, αυτά που θα γεννηθούν στον γνωστό μας άγριο βράχο.

Ίσως οι αλκυόνες να μην συνηθίσουν να πετάνε σε τέτοιους σχηματισμούς, όμως το κοπάδι αυτό είναι λίγο διαφορετικό, μιας και φύλακα έχει τον φίλο μας, τον Μενέλαο. Πέρασαν ένα δροσερό καλοκαίρι εκεί στις όχθες της λίμνης, μαθαίνοντας πως να ψαρεύουν στα σκοτεινά νερά της, υπο την

επίβλεψή πάντα των μεγαλύτερών. Μεγάλωσαν τα νεαρά πουλιά και δυνάμωσαν τα φτερά τους για να αντέξουν ένα ταξίδι ακόμα.

[…]

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ