ΡΕΝΑ ΖΗΣΗ | 13/1/2016

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΛΑΡΙΣΑ… ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΕΙΤΕ!

Άνοιξε την πόρτα και με τρεμάμενα πόδια έκανε μερικά βήματα. Έπειτα κάθισε στην καρέκλα που βρήκε μπροστά του, φόρεσε τα ακουστικά και άγγιξε την κονσόλα. Όταν πια πλησίασε το μικρόφωνο, η μαγεία των ερτζιανών τον είχε ήδη συνεπάρει. Έκτοτε, η παρουσία του στο ραδιοφωνικό «αέρα» θα ήταν αδιάλληπτη και η φωνή του θα κρατούσε συντροφιά σε γενιές ακροατών. Εξάλλου, ο Νίκος Χαϊδάς είχε από νωρίς αποφασίσει πως θα «έντυνε» τη ζωή του με μουσική, γι΄αυτό και συνεχίζει μέχρι σήμερα τις «πτήσεις» στα FM. Μαζί του κάνουμε ένα νοσταλγικό ταξίδι στα τοπικά ραδιοκύμματα και αναμοχλεύουμε μνήμες από εκείνη, τη χρυσή εποχή του ραδιοφώνου.

Η ανάγκη του για επικοινωνία υπήρξε το κίνητρο να ασχοληθεί με το ραδιόφωνο, μιας και το σαράκι της μουσικής είχε αρχίσει να «τρώει» το «μέσα» του σε νεαρή ηλικία. Από ένστικτο άλλωστε, γνώριζε πως κάπως έτσι θα εξελισσόταν η ζωή του. Ή θα ασχολούνταν με το τραγούδι ή θα γινόταν ραδιοφωνικός παραγωγός. Μάλλον το σύμπαν, δικαίως, συνομώτησε για το δεύτερο, αφού εδώ και 30 χρόνια διαγράφει μια επιτυχημένη -κατά κοινή ομολογία- πορεία στο χώρο. «Πιτσιρικάς θυμάμαι, δεν αποχωριζόμουν ποτέ τη συσκευή του ραδιοφώνου. Ακόμη και τα διαγωνίσματα στο σχολείο τα έγραφα έχοντάς το πάντα δίπλα μου, γιατί είχα πάθος με τη μουσική» μας λέει. «Τότε άκουγα τις εκπομπές που παρουσίαζε ο Ίωνας Τυρταίος στην ΥΕΝΕΔ Θεσσαλονίκης και στο μυαλό μου είχε αποτυπωθεί αυτή, στην οποία τηλεφωνούσαν και μιλούσαν οι ακροατές. Ήταν σαν να ήξερα τη συνέχεια».

Το ραδιόφωνο για το Νίκο Χαϊδά είναι μαγεία. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που δίνει ζωή στον ίδιο αλλά και στους ακροατές. «Όταν τηλεφωνούν οι ακροατές και μου λένε σε περιμένουμε να αρχίσεις την εκπομπή, αυτό εμένα με ταξιδεύει. Επικοινωνώ καθημερινά με το κοινό τα τελευταία 30 χρόνια και είναι πάντα σαν να είναι η πρώτη μέρα». Με χιούμορ και ανεβασμένη διάθεση, έχοντας αποποιηθεί τη σοβαροφάνεια, είναι η πρωινή συντροφιά τους. Μέσα από τις συχνότητες των FM παρέχει το βήμα στο ραδιοφωνικό του κοινό δίνοντάς του την ευκαιρία να εκφραστεί, χωρίς όμως να επιτρέπει ακρότητες. Βέβαια και ο ίδιος το μικρόφωνο δεν το φοβήθηκε ποτέ. Παραμένει ο εαυτός του χωρίς να υποκρίνεται. «Μου αρέσει ο χαβαλές που γίνεται με τον κόσμο. Ειδικά με όσα συμβαίνουν σε πολιτικοοικονομικό επίπεδο νιώθεις την ανάγκη των συνανθρώπων σου για ένα ανέκδοτο, ένα αστείο, ένα σχόλιο που θα τους φτιάξει τη διάθεση. Υπάρχει, επίσης, μεγάλη μοναξιά στις μέρες μας. Άνθρωποι μοναχικοί, κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους ενός διαμερίσματος περιμένουν την έναρξη της εκπομπής για να πουν μια “καλημέρα” ».

Ορόσημο για την επαγγελματική του εξέλιξη στάθηκε η γνωριμία του με το Στέλιο Λαμπρόπουλο. Τον άνθρωπο που του έδωσε την ευκαιρία να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. «Το 1984 ο Στέλιος Λαμπρόπουλος άνοιξε το “Division”, ένα κατάστημα επί της οδού Σκαρλάτου Σούτσου, στο οποίο πουλούσε πειρατικούς δίσκους που έφερνε από το εξωτερικό. Εγώ ήμουν πελάτης κι όταν πληροφορήθηκα το 1986 ότι στον 5ο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας είχε δημιουργήσει το ραδιοφωνικό σταθμό “Diva”, του ζήτησα να κάνω εκπομπή». Έτσι, η περιπέτεια στον «αέρα» για το Νίκο Χαϊδά ξεκινά.

Το εισιτήριο εκδίδεται χωρίς επιστροφή. Είχε πάρει μάλιστα και την έγκριση των πολύ καλών και συνάμα αυστηρών φίλων του επιχειρηματία που έτυχε να τον ακούσουν στην πρώτη του απόπειρα. Οι ώρες των εκπομπών που αναλαμβάνει ποικίλουν και πρώτες στις μουσικές του επιλογές είναι οι rock μπαλάντες. Ακούει όμως και ελληνική μουσική, την οποία θα εντάξει αργότερα στο επίσημο playlist του.

Εκείνο το διάστημα εργαζόταν ως υπάλληλος στη Γενική Τράπεζα Ελλάδος, θέση από την οποία παραιτήθηκε για να χαράξει το δρόμο του στα μουσικά ραδιοφωνικά δρώμενα της πόλης. Για χάρη του ραδιοφώνου άφησε πίσω του τη σιγουριά που του εξασφάλιζε ένα επάγγελμα με σταθερό μισθό. «Σε μικρή ηλικία τα βλέπεις με άλλη ματιά τα πράγματα. Εγώ είμαι άνθρωπος υπερκινητικός. Θέλω να κινούμαι. Δεν μπορούσα αυτό το δημοσιοϋπαλληλίκι. Έμεινα για ένα διάστημα κι έπειτα την κοπάνησα» εξομολογείται αναγνωρίζοντας το ρίσκο της απόφασής του. «Αυτό που έχασα εγώ από το Δημόσιο είναι η σταθερότητα, η σύνταξη και ένα εφάπαξ. Το δικό μου, όμως, εφάπαξ είναι οι ακροατές». Σήμερα βέβαια, μετά απ΄όσα του δίδαξε η ζωή, παραδέχεται χρωματίζοντας τη φωνή του με μια μεγάλη δόση ειρωνίας πως «θα ήθελα να είμαι συνδικαλιστής

Στη συνέχεια ο Στέλιος Λαμπρόπουλος ανοίγει το ράδιο «Σαγκάη», το οποίο αποτελεί τον επόμενο σταθμό στην πορεία που έχει χαράξει. Από το στούντιό του θα περάσουν ηθοποιοί, τραγουδιστές, ποδοσφαιριστές -ήταν η εποχή που η ΑΕΛ μεσουρανούσε- αλλά και πολιτικοί. Προσωπικότητες όπως οι Κωστής Στεφανόπουλος, Κώστας Αρζόγλου, Γιάτσεκ Γκμοχ είναι ενδεικτικά μόνο κάποια από αυτά τα ονόματα. «Ήταν το σχολείο για να ξεκινήσει η ιδιωτική ραδιοφωνία» τονίζει. «Το 1988 εκδίδεται η άδεια σαν “Hit FM” και μεταφερόμαστε σε υπερσύγχρονα στούντιο στην οδό Βόλου». Εκεί θα αναλάβει στην πρωινή ζώνη την εκπομπή «Καλημέρα Λάρισα» (6 π.μ -8 π.μ.) την οποία οι ακροατές απολαμβάνουν τα τελευταία 16 χρόνια από τη συχνότητα του «Ράδιο TRT» αλλά και μια μεσημεριανή εκπομπή για το ελληνικό τραγούδι από τη 1μ.μ – 2:30 μ.μ.

«Τη συγκεκριμένη εκπομπή τη σταμάτησα πριν 10 χρόνια, γιατί δεν υπάρχει πλέον ελληνικό τραγούδι. Είχα την ευκαιρία όμως μέσω αυτής να γνωρίσω όσους θεωρούσα ινδάλματα. Κατάφερα να πάρω συνέντευξη από το Στράτο Διονυσίου πριν πεθάνει, από το Στέλιο Καζαντζίδη, γνωρίστηκα με το Γιώργο Νταλάρα, τη Χαρούλα Αλεξίου και πολλούς ακόμη».

Μέχρι και σήμερα διατηρεί πάρα πολύ καλές σχέσεις με όλους αυτούς τους τραγουδιστές. Καλλιτέχνες όπως ο Βασίλης Καρράς που το 1993 σημείωνε πωλήσεις δίσκων της τάξης των 200 χιλιάδων παρουσίαζαν αποκλειστικά τις δισκογραφικές δουλειές τους στην εκπομπή του. «Είχα την τύχη να ζήσω το ραδιόφωνο σε όλο του το μεγαλείο».

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

Η εποχή που το ραδιόφωνο μεσουρανούσε τόσο ως μέσο ψυχαγωγίας όσο κι ως ενημέρωσης έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Οι διαφορές που παρατηρούνται σήμερα στο χώρο είναι τεράστιες. Απέχουν από το Α ως το Ω, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς. «Τότε υπήρχε όραμα και διάθεση απ’όλους μας. Υπήρχαν και χρήματα για να επενδυθούν. Σήμερα η πίτα των διαφημίσεων έχει συρρικνωθεί κατά πολύ. Έτσι, οι περισσότεροι σταθμοί έχουν καταφύγει στην εύκολη λύση των playlist, όπου ένας υπολογιστής παίζει μουσική από το πρωί έως το βράδυ». 

«Την κατάσταση αυτή δεν την πολυγουστάρω κι αν συνεχιστεί θα σταματήσω» θα τολμήσει να πει, εκφράζοντας για ακόμη μια φορά την ανάγκη του για επικοινωνία. Αυτό είναι εξάλλου το ραδιόφωνο. Ένα μέσο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων και μέσα από τις εκπομπές του Νίκου Χαϊδά οι ακροατές συνομιλούν, συστήνονται και γίνονται όλοι μια μεγάλη οικογένεια. Δεν είναι μάλιστα λίγες οι φορές που σχέσεις οι οποίες χτίστηκαν στο ραδιοφωνικό αέρα κατέληξαν να ανεβαίνουν τα σκαλιά της εκκλησίας και να ενώνονται με τα ιερά δεσμά του γάμου.

Παρόλα αυτά, το μέλλον του διαφαίνεται θολό. Δεν είναι, σύμφωνα με το γνωστό ραδιοφωνικό παραγωγό, χώρος για να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά ένας νέος που φιλοδοξεί να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο αντικείμενο. «Αν ένα νέο παιδί που θέλει να ασχοληθεί με το ραδιόφωνο ζητούσε τη συμβουλή μου, θα του πρότεινα να μην το κάνει. Αν κι εγώ ήξερα την τροπή που θα έπαιρναν τα πράγματα σήμερα, δεν θα το επιχειρούσα, γιατί δεν μπορείς να πληρώνεις από την τσέπη σου χρήματα, τα οποία μάλιστα δεν έχεις». Τη χρυσή εποχή των ΄90s η κατάσταση ήταν διαφορετική και το ραδιόφωνο δημιουργούσε ονόματα που είχαν την ευκαιρία να καταξιωθούν στο χώρο.

Γλαφυρά μάλιστα θα μας περιγράψει πως τότε, οι άνθρωποι του ραδιοφώνου, πέρα από τις επαγγελματικές επιτυχίες, είχαν και τα «τυχερά» τους στα προσωπικά. «Θυμάμαι την περίοδο που δούλευα στο Hit FM, έρχονταν φίλοι μου να κανούμε παρέα μια εκπομπή για να γνωρίσουν καμιά γκόμενα. Δεν μετρούσε η εμφάνιση, αλλά η φωνή και το όνομα αυτού που μεταδίδει».

Τα τελευταία πέντε χρόνια ο Νίκος Χαϊδάς εμφανίζεται και στους τηλεοπτικούς μας δέκτες. Μαζί τους Βαγγέλη Βουλάγκα και Άκυ Μητσούλη παρουσιάζουν την τηλεοπτική εκπομπή, που φέτος μετακόμισε στον Astra, «Tv Χώstess». Παρότι, όπως ομολογεί δεν είχε ιδέα από τηλεόραση, μετέφερε στο γυαλί την εμπειρία του από το ραδιόφωνο. «Ήμουν 16 ολόκληρα χρόνια στο TRT, αλλά δεν είχα ποτέ στο μυαλό μου να κάνω τηλεόραση. Έχοντας όμως άγνοια κινδύνου σκέφτηκα να το δοκιμάσω».

Για το μέλλον σχέδια δεν κάνει. Πορεύεται με αισιοδοξία και ελπίζει πάντα για το καλύτερο. Αισθάνεται άλλωστε γεμάτος για όσα έζησε και δανείζεται έναν στίχο του Άκη Πάνου για να δώσει το προσωπικό του στίγμα: Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο. «Το καπνίζεις απλώς, και το χαίρεσαι. Να χαίρεσαι οτιδήποτε κάνεις στη ζωή σου και να ζεις τις στιγμές, έτσι ώστε όταν έρθει η ώρα να κάνεις τον απολογισμό σου να είσαι ικανοποιημένος».