Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ (MIA MADRE)

Η Μαργκερίτα (Margherita Buy) είναι μια γνωστή σκηνοθέτις που περνάει τη ζωή της στα γυρίσματα της νέας της ταινίας, την ιατροπόρευση της άρρωστης μητέρας της, τη διαχείριση μιας κόρης σε εφηβεία και την αναπόφευκτη σχέση με τον «επόμενο πρώην» της. Η αφήγηση παρακολουθεί την εξαντλητική διαδρομή σπίτι-δουλειά-νοσοκομείο-ραντεβού. Όλα είναι δύσκολα: η ταινία κλυδωνίζεται από την εκκεντρική παρουσία του Αμερικανού πρωταγωνιστή της (Τζον Τουρτούρο)· η υγεία της μητέρας καταρρέει· η σχέση της βουλιάζει στο βούρκο των πικρών λόγων· η κόρη παρατάει τα Λατινικά και θέλει να πάρει μηχανάκι! Αλλά υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ. Τελικά ο Τζον Τουρτούρο παραδέχεται την ανεπάρκειά του (πάσχει από προϊούσα αμνησία) και συνεργάζεται στην ταινία, η μητέρα πεθαίνει γλυκά στο σπίτι, η Μαργκερίτα αποδέχεται την αλήθεια των λόγων του εραστή της και ίσως να είναι έτοιμη (επιτέλους!) να δεσμευτεί πραγματικά σε μια ερωτική σχέση.

«Η μητέρα μου» είναι μια ταινία για τους κύκλους που κλείνουν: η Μαργκερίτα κλείνει τον κύκλο της ως κόρη, ως γυναίκα-θηρευτής (έχει ασκηθεί να απαξιώνει τους εραστές της με φράσεις-κλισέ, που χρησιμοποιεί απαράλλακτες από την εφηβεία της). Αλλά και ως σκηνοθέτιδα: η ταινία, για την οποία τόσο πασχίζει, αφηγείται μια εργατική σύγκρουση σε ένα εργοστάσιο. Το θέμα είναι τόσο πασέ, που ακόμα και η ανοιακή μητέρα της την παρατηρεί: «μα τι ιδέα να κάνεις μια ταινία για τους ανθρώπους που χάνουν τη δουλειά τους!» Το ζήτημα δεν είναι πως δεν υπάρχει ταξική σύγκρουση. Απλά, η αδικία, η καταπίεση, η φτώχεια θεωρούνται πια αυτονόητα από όλους, ιδίως από τα θύματά τους: όταν το κάστινγκ της φέρνει κομπάρσους να παίξουν τους εργάτες, η Μαργκερίτα εξανίσταται. Αυτοί οι προλετάριοι έχουν φτιάξει τα μαλλιά τους στο κομμωτήριο, κάνουν μπότοξ, έχουν κάνει προσθετική στήθους, ντύνονται με σινιέ! Θέλει «πραγματικούς ανθρώπους» (διάβαζε: εργάτες με σκαμμένα πρόσωπο και βλέμμα γεμάτο σοσιαλισμό, σαν αυτούς του ιταλικού νεορεαλισμού του ’60 και του ’70). Αλλά «αυτοί είναι οι πραγματικοί άνθρωποι σήμερα» της απαντάει η συνεργάτης της. «Δεν καταλαβαίνω πια τίποτα» σχολιάζει η Μαργκερίτα. Κύκλους κλείνει και ο αδερφός της Τζιοβάνι (Νάνι Μορέτι), που παραιτείται από τη δουλειά του ως πετυχημένο και δημοφιλές στέλεχος, οικειοθελώς και ακατανόητα, ο Μπάρι (Τζον Τουρτούρο) που συνειδητοποιεί πως απλά έχει τελειώσει ως ηθοποιός, η κόρη Λίβια (Μπεατρίτσε Μαντσίνι) που διαβαίνει από την εφηβική ανωριμότητα στην εφηβική ανθοφορία, και φυσικά η μητέρα Άντα (Τζιούλια Λαζαρίνι) που κλείνει τη ζωή της «ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά», στο σπίτι της, στο κρεβάτι της, διδάσκοντας Λατινικά στην εγγονή της.

Τα καλά νέα: Η αφήγηση διατηρεί πάντοτε μιαν ένταση, οι χαρακτήρες είναι δυνατοί και οικείοι, τα επεισόδια έχουν ενδιαφέρον. Τα σκαριφήματα όλων των συναισθηματικών σχέσεων των σύγχρονων αστών (επαγγελματικών, οικογενειακών, ερωτικών) είναι άρτια και καλαίσθητα.

Τα κακά νέα: Η εξιστόρηση παραείναι γραμμική, επίπεδη. Θυμίζει ντοκιμαντέρ. Αυτό είναι προφανώς σκόπιμο, μα μπορεί να ξενίσει τον εθισμένο σε σούπερ ήρωες και πολέμους των άστρων.

Θα θυμόμαστε την Μπεατρίτσε Μαντσίνι και την καλότροπη εφηβεία της. Είναι μια νότα αισιοδοξίας σε έναν κόσμο μεσηλίκων, που οδεύουν αεί παλιμπαιδίζοντες προς την κατεδάφιση, και γέρων, που το να πεθάνουν στο σπίτι τους θεωρείται προνόμιο.

Τυράκια: 3 στα 5.

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

CUgwfzcWcAA2BUg.jpg-large

ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ «ΑΠΕΞΩ»

Γράφει ο Γιώργος Καραβάνας*   Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι, πριν μπούμε στην ουσία. Δικαιούται κάποιος που δεν είναι μέλος της ΝΔ, να εκφράζει άποψη για τα ...