ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΦΟΥΣΚΩΣΑ ΤΟΝ ΦΟΡΟ ΣΤΑ ΚΑΥΣΙΜΑ

gasolinetax

Θα κάνουμε χρόνια να συνέλθουμε από την φημολογούμενη ρήση «αγάπη μου, έκλεισα τις τράπεζες» -στην υπόνοια και μόνο ότι θα ακολουθηθεί από το «αγάπη μου, φούσκωσα τον φόρο στα καύσιμα», επικρατεί ντελίριο. Αλλά έτσι είναι. Στη χώρα που εφήυρε τον πολιτικό λόγο αλλά και τη δημαγωγία -και στην οποία η οικονομική πολιτική συγκροτείται από τη συνιστώσα των διαρροών και των εντυπώσεων- το ντελίριο είναι η μόνη υγιής αντίδραση. Από τον Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών που τρέχει να προλάβει το σενάριο της αύξησης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο φυσικό αέριο βιομηχανικής χρήσης, μέχρι τον πολύπαθο και καταταλαιπωρημένο καλλιεργητή μερικών στρεμμάτων γης που καλείται να καλύψει έναν επαπειλούμενο διπλασιασμό του κόστους πετρελαίου η αντίδραση είναι κοινή: “αποκλείεται”.

Στο σενάριο της εξίσωσης -προς τα πάνω- των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης (ΕΦΚ) βενζίνης και πετρελαίου κίνησης, η αύξηση του κόστους είναι απαγορευτική για το σύνολο της παραγωγικής βάσης: αγρότες και μεταφορείς διατείνονται ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υλοποιηθεί ένα τέτοιο σενάριο. Αυτή τη στιγμή, ο ΕΦΚ στην βενζίνη είναι στα 670 ευρώ/1.000 lt, ενώ στο πετρέλαιο κίνησης παραμένει στα 330 ευρώ/1.000 lt. Αν υπάρξει εξίσωση προς τα πάνω, συζητάμε για μια αύξηση της τάξης του 103% -διπλασιασμό, στην ουσία, του εν λόγω φόρου. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι “κομβικοί” κλάδοι της ελληνικής οικονομίας, όπως είναι η πρωτογενής παραγωγή και οι μεταφορές θα έρθουν αντιμέτωποι με υπέρογκες αυξήσεις, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούν να απορροφηθούν. Η “εναλλακτική”, δηλαδή η μετακύλιση του όποιου κόστους προκύψει στην κατανάλωση, είναι επίσης απαγορευτική: καθιστά μη βιώσιμες τις επιχειρήσεις.

«Δεν το συζητάμε»

«Δεν μπορούμε καν να συζητήσουμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο», σημειώνει στο τί ῥεῖ ο πρόεδρος του Συνεταιρισμού ΘΕΣγη, Παναγιώτης Καλφούντζος. Σύμφωνα με τον ίδιο, με τα σημερινά δεδομένα, το κόστος πετρελαίου για έναν αγρότη, αποτελεί το περίπου 7% του συνολικού κόστους παραγωγής -σε απόλυτους αριθμούς, αυτό ανταποκρίνεται σε ένα κόστος της τάξης των 20-25 ευρώ/στρέμμα. «Οποιαδήποτε αύξηση στο κόστος καυσίμων θα καταστήσει μη βιώσιμες σειρά καλλιεργειών, όπως βαμβάκι, καλαμπόκι και κριθάρι -με δεδομένες τις σημερινές τιμές αγοραπωλησίας των εν λόγω προϊόντων, αλλά και την κατάργηση της επιστροφής για τους αγρότες», αναφέρει ο κ.Καλφούντζος. «Εκτιμώ ότι πρόκειται απλώς για ένα επικοινωνιακό τρικ, στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης για το κλείσιμο της αξιολόγησης, ώστε να μπορέσει να πει η κυβέρνηση ότι πρότεινα κάτι άλλο και μας γλίτωσα από αυτό», εξηγεί.

«Φύγαμε για Βουλγαρία»

Αρκετά πιο γλαφυρή είναι η αντίδραση του προέδρου της Ομοσπονδίας Φορτηγών ΔΧ Θεσσαλίας, Κεντρικής Ελλάδας και Δυτικής Μακεδονίας, Βασίλη Τζιμουράγκα: «Αν συμβεί κάτι τέτοιο, φύγαμε όλοι για Βουλγαρία. Δεν θα έχει κανένα νόημα να παραμείνουμε εδώ». Σύμφωνα με τον ίδιο, για ένα φορτηγό που κάνει περί τις δέκα διαδρομές τον μήνα -ανάλογα με την απόσταση- το κόστος καυσίμων ανέρχεται σε περίπου 5.000-6.000 ευρώ κάθε μήνα. Εάν διπλασιαστεί ο ΕΦΚ, τότε το κόστος θα είναι πλήρως απαγορευτικό για την εν λόγω δραστηριότητα επί ελληνικού εδάφους.

«Θα αυξηθεί απλώς το λαθρεμπόριο»

Η πρώτη-πρώτη αντίδραση ήλθε από τους βενζινοπώλες. «Με τη μείωση στην κατανάλωση και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν έχει εγκατασταθεί σύστημα εισροών-εκροών σε διϋλιστήρια και εταιρείες χονδρικής, το σενάριο εξίσωσης του ΕΦΚ πετρελαίου κίνησης και βενζίνης, το μόνο που θα κάνει είναι να ενισχύσει το λαθρεμπόριο καυσίμων», δηλώνει η γενική γραμματέας της ΠΟΠΕΚ και πρόεδρος των βενζινοπωλών Λάρισας, Ελισάβετ Παπαδοπούλου. Υπολογίζεται ότι αυτή τη στιγμή διακινείται λαθραίο πετρέλαιο της τάξης των περίπου 3-4 δισ. ευρώ το χρόνο -μια αύξηση στον ΕΦΚ θα “σπρώξει” αυτό το ποσό κοντά στα 5 δισ. ευρώ τον χρόνο. «Αν εγκατασταθεί σύστημα ελέγχου παντού, δεν υπάρχει ανάγκη καμίας αύξησης», επισημαίνει η κ.Παπαδοπούλου. Θα πρέπει να τονιστεί ότι με τα σημερινά δεδομένα, πετρέλαιο κίνησης και βενζίνη διεκδικούν σχεδόν ισόποσο μερίδιο στην κατανάλωση, εξαιτίας της αύξησης αγοράς πετρελαιοκινούμενων οχημάτων τα προηγούμενα χρόνια. Παράλληλα, αρκετοί ιδιοκτήτες Ι.Χ έχουν προχωρήσει σε μετατροπή των κινητήρων τους, ώστε τα οχήματα να “τρέχουν” με υγραέριο, με στόχο να περιορίσουν τα έξοδά τους.

Στο «στόχαστρο» και το φυσικό αέριο

Δεν πρόλαβαν να …χαρούν την υποχώρηση των διεθνών τιμών φυσικού αερίου -επακόλουθο της μείωσης των τιμών του πετρελαίου- οι ελληνικές βιομηχανίες που χρησιμοποιούν το εν λόγω καύσιμο για τις ανάγκες τους, καθώς φούντωσαν τα σενάρια και για αύξηση του ΕΦΚ στο φυσικό αέριο. Η πρώτη αντίδραση ήλθε από τον Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών, που ζητά με επιστολή του τη μείωση του ΕΦΚ στο φυσικό αέριο για βιομηχανική χρήση στο κατώτατο επίπεδο που προβλέπει η σχετική ευρωπαϊκή οδηγία. Αυτή τη στιγμή, επιβάλλεται από το 2011 ΕΦΚ στο αέριο για βιομηχανική χρήση της τάξης των 5,4 ευρώ/Mwh. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΕΠΑ, οι πωλήσεις αερίου στην Ελλάδα, το 2014 διαμορφώθηκαν σε 32,6 εκατ. Mwh, εκ των οποίων το 51,3% κατευθύνθηκε σε ηλεκτροπαραγωγή και το 22,5% στη βιομηχανία. Με την υποχώρηση των διεθνών τιμών του αργού πετρελαίου, που “έσπρωξαν” προς τα κάτω και τις τιμές φυσικού αερίου, σημειώθηκε μια μείωση της τάξης του 25% στις τιμές του βιομηχανικού φυσικού αερίου, στο δωδεκάμηνο (Μάρτιος 2016 – Μάρτιος 2015) -εξ’ ού και προκύπτει ο “πειρασμός” για προσπόριση κρατικών εσόδων, μέσω της φορολογίας.

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ